Τα ξέραμε και στο χωριό μας, μωρέ, τα γκοκτέιλς και τα σοφτ ντρινκς και τις μπουκίτσες με σολωμό και τούνα; Αυτά είναι που μας έφαγαν… Διότι, ο γνήσιος ο πότης ξέρει και κάνει τα κουμάντα του. Παίρνει το Τσίβας αγκαλιά, συνεργάζεται με τη συμπαθητική (στην αρχή), γκομενάρα (μετά το τρίτο) σερβιτόρα που φέρνει κάνα πάγο, κάνα ξηροκάρπι, κάμια κοκά κόλα για το ξεκάρφωμα, καμιά ένεση καφείνης για το κάρφωμα (άμα στραβώσει το πράγμα) και όλα έχουν τη ροή τους, το δρόμο τους, τον προορισμό τους.
Αν, όμως, στον γνήσιο τον πότη, επιβάλλεις στο ξεκίνημα συνήθειες ευρωπαϊκές και αμερικανιές, τον βάζεις σε κίνδυνο και δεν αποκλείεται να τον κάνεις να μοιάζει με άπειρο σχολιαρόπαιδο που πίνει τη δεύτερη μπύρα και νιώθει Νικολάκης Κέιτζ στο Λίβινγκ το Λας Βέγκας.
Διότι, ρε φίλε, φοράω δωδεκάποντο τακούνι, κρατάω τσάντα Γκούτσι, είμαι ψιλόλιγνος, είμαι η Σάρα η Τζέσικα ή η Πάρκερ; Τι μου δώνεις στο ξεκίνημα της βραδιάς τα ντακούρια; Αφού ξέρεις ότι είμαι επιρρεπής και θα τα πιω. Και δε θα πιω ένα, θα πιω δύο κόκκινα, θα πιω τρία κίτρινα, θα πιω και καμιά τσικουδιά για να δώσω στο αίμα το αλκοόλ που του λείπει και θα είμαι φτιαγμένος πριν αρχίσω να πίνω.
Και μετά με βάζεις στο τραπέζι και μου φέρνεις κρασί. Κι εγώ τι να κάνω; Θα φάω το ρύζι το τηγανητό ξεροσφύρι; Να μη βρέξω τα σούσια; Να μη σπρώξω το εστραγκόν; Να και το κρασί. Και κόκκινο και κίτρινο. Και πράσινο να είχε θα το έπινα, γιατί όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα ντακούρια έχουν κάνει ύπουλη προεργασία και με έχουν βάλει σε μουντ πολύ πριν πέσει ο πρώτος Χολίδης.
Με ντούτα και με γκείνα, η ώρα περνάει και φτάνει η στιγμή που θα ξεκινήσει το Τσίβας να αδειάζει και όμως κάτι δεν έχει πάει καλά και το καταλαβαίνω γιατί βλέπω τη σερβιτόρα, γκομενάρα πριν καταδικάσω καν τον πρώτο πάγο σε λιώσιμο. Το χειρότερο είναι ότι ο ξάδερφος μου με σκουντάει και μου λέει «τι κοιτάς ρε έτσι τον σερβιτόρο;». Που πάμε έτσι ρε παιδιά;
Και από την άλλη, τι να κάνω; Να σταματήσω; Και αν το μάθουν στο Ρέθυμνο που πήρα κάποτε μεταπτυχιακό στο Dimple School of Alchoolics τι θα πούνε; Οπότε, φέρε το μπουκάλι και άσε με στη μοίρα μου. Και ενώ γύρω μου είναι πια όλοι γκομενάρες, αρχίζουν και τα σφηνάκια… Και εδώ πρόβλημα. Γιατί δε φέρνουν οι χριστιανοί, μία κίτρινη τεκίλα, μια άσπρη βρε αδερφέ, αρχίζουν πάλι τις Ευρώπες και φέρνουν τα σφηνάκια με τα καλαμάκια. Εμείς έχουμε μάθει να τρώμε καλαμάκια μετά το τέλος της βραδιάς, όχι να πίνουμε ζουμιά με αλάτια και ζάχαρες στη μέση της διαδικασίας.
Και έχει φέρει και ο άλλος τα Αβάνας από το Λονδίνο και τη μόνη στιγμή που δε πίνουμε, απασχολούμε τον στόμα μας με τον Κάστρο ελπίζοντας ότι όπως ο έρωτας με έρωτα περνάει, το ίδιο συμβαίνει με τη ζαλάδα. Φευ, να πούμε, φευ.
Ο Τσίβας ο πρώτος μας χαιρετάει και μέχρι να έρθει ο δεύτερος έχουμε φοβηθεί ότι ο τυφώνας της Ειρήνης, πως τον λένε, έχει χτυπήσει και το Κορωπί αλλά αποδεικνύεται ότι δεν είναι στραβός ο γυαλός. Εμείς στραβοήπιαμε. Τα ηδύποτα μου μέσα… Και είναι και οι άλλοι που χορεύουνε ασταμάτητα και δε σε βοηθάνε να φέρεις την όραση σου σε μια ισορροπία. Διότι, αν στέκονταν ακίνητοι στην πίστα, εσύ ήσουν σε θέση να τους βλέπεις να χορεύουνε. Τώρα που κουνιούνται, το πρόβλημα μεγαλώνει γιατί κουνιούνται αυτοί, κουνιέται το σύμπαν, ε πήγε η κατάσταση στο υπερπέραν και ξέφυγε.
Και ξαφνικά, μετά από λίτρα αλκοόλ, λίτρα ιδρώτα, χαζό χαμόγελο αποτυχίας, βλέμματα συμπάθειας από συμπότες, βλέμματα φρίκης από συγγενείς και αποτυχημένα φλερτ που έχεις κάνει με όλες τις παριστάμενες στο γλέντι χωρίς να έχεις μιλήσει σε καμία γιατί πολύ απλά δε μπορείς, σκέφτονται να βγάλουνε και λουκουμάδες. Ρίξε τώρα εσύ ζυμάρι με σοκολάτα σε ένα μπουκάλι οινόπνευμα και θα καταλάβεις πως γίναμε.
Το τέλος της βραδιάς ήταν κάπως δραματικό…. Το καλό, αναγνώστη μου, είναι ότι δε θυμάμαι τίποτα και γλύτωσα το δράμα.
ΥΓ: Αν έγραφα απλώς, ένα κείμενο αφιερωμένο στον γάμο του Μάνου και της Τάνιας και ευχόμουν από καρδιάς, τα καλύτερα στα παιδιά που έχουν στήσει πλέον και επισήμως το μόνο σπίτι που νιώθω τόσο δικό μου όσο το… δικό μου, δε θα ήμουν ο Γαταδότης αλλά στην καλύτερη ένας απλός…. Ποτηράκης που ασχολείται με τον Ριέρα και τη Μαρσέιγ.










